Σφυρής Παναγιώτης

Αρχές Οικονομικής Θεωρίας
Οικονομολόγος/Εκπαιδευτικός

Πανεπιστημιακά

Προετοιμασία ΑΟΘ

 

 

Media

    Music        Videos          Links

  

Οικονομικά Σταυρόλεξα

 

 

Tag: Κατάτμηση της Αγοράς Εργασίας

Βιβλίο: Χρονικά του περιθωρίου

Τίτλος: Καβατόρε

Συγγραφέας:  Luis Sepulveda

Εκδόσεις: Opera  

Καβατόρε

Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να είναι σύντομη, με τρεις αφηγηματικούς άξονες.

 

Ο πρώτος μιλά για έναν εικαστικό καλλιτέχνη, ένα γλύπτη, ο οποίος, στη γόνιμη μοναξιά του ατελιέ του, κοιτάζει ικανοποιημένος τη μακέτα του τελευταίου έρ­γου του, ενός έφιππου αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάν­δρου.

 

Ο δεύτερος έχει να κάνει μ' έναν κάτοικο της Πιετρα­σάντα, μιας πανέμορφης τοσκανικής πόλης, ο οποίος, με το που ξημερώνει, χωρίς άλλη βοήθεια πέρα απ' τα δυνα­τά του χέρια και τα γερά του πόδια, αρχίζει να σκαρφα­λώνει σαν γάτος πάνω στη λεία και κάθετη πλαγιά ενός βουνού: είναι ένας καβατόρε, ένας εργάτης στα λατομεία του μαρμάρου.

 

Ο τρίτος αναφέρεται σε μια κοπέλα που μένει στην ίδια πόλη. Είναι νέα, όμορφη, εύθραυστη, και μόνο η δύ­ναμη των χεριών της μπορεί να προδώσει το επάγγελμα που ασκεί, συνεχίζοντας μια παράδοση δέκα τουλάχι­στον γενεών: ασκεί το επάγγελμα του μαρμαρά, αν και θα 'πρεπε να την πω γλύπτρια, αφού τα επιδέξια χέρια της είναι αυτά που δίνουν σχήμα και αρμονία σε κάτι που αργότερα θα γίνει έργο τέχνης, με την υπογραφή ξα­κουστού καλλιτέχνη. Η επιδεξιότητά της ανταμείβεται με την εκτίμηση κάποιων γλυπτών, αλλά η πιο μεγάλη αναγνώριση φέρει το όνομα «ασβέστωσις των πνευμό­νων» ή φθίσις των μαρμαρογλύφων.

 

 

Τώρα ο γλύπτης επισκέπτεται έναν αρχιτέκτονα, και μαζί μελετούν τον υπέροχο χώρο που έχει επιλεγεί για να απαθανατιστεί η μνήμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αλόγου του. Συζητούν για το φωτισμό που, τις νύχτες, θα αναδείξει την ευγένεια του μαρμάρου, για τα κυπαρίσσια που θα πλαισιώσουν το γλυπτό, επιστρέφο­ντας στον ήρωα τη νεότητα των άθλων του.

 

Με τον ήλιο να φλογίζει το κεφάλι του, και με τα μά­τια να προσπαθούν να δροσιστούν έστω και λίγο με τη θέα του Τυρρηνικού Πελάγους, ο καβατόρε ψηλαφεί την επιφάνεια του μαρμάρου, αγγίζει, σαν να επικαλεί­ται το μεγάλο κοιμητήριο των ηρώων, ώσπου να βρει το σημείο να μπήξει τον σιδερένιο πάσσαλο. Σ' αυτόν τον πάσσαλο θα δέσει την άκρη ενός μακριού σκοι­νιού, στη ζώνη του θα δέσει την άλλη άκρη, κι έτσι θα κατέβει την πιο λεία και πιο τέλεια πλευρά της πέτρας, για να σημαδέψει με το πελέκι και το καλέμι τα σημεία όπου θα κοπεί το μάρμαρο για το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αλόγου του. Εκατό μέτρα πιο κάτω, οι συνάδελφοί του τον κοιτάζουν, ίσως μασουλώντας κομμάτια από «λαρδί του μαρμαρά», παστωμένο απο­κλειστικά και μόνο με δεντρολίβανο και τον άνεμο του λατομείου, ή ίσως λοξοκοιτάζοντας ένα εικόνισμα του Ιησού, όπου είναι γραμμένο: «Ευλόγησε την εργα­σία μας».

 

Η κοπέλα βαδίζει σηκώνοντας σύννεφα λεπτής μαρ­μαρόσκονης που η ιστορία της τέχνης έχει αφήσει σ' όλες τις γωνιές της Πιετρασάντα, κι όταν φτάνει στο ερ­γαστήριο, χαιρετάει όλους τους συναδέλφους της που έχουν μόλις πιάσει δουλειά και ήδη είναι μες στην άσπρη σκόνη από πάνω ως κάτω. Σε μισή ώρα έχει γίνει κι αυτή όπως οι άλλοι, κι ίσως μόνο τα χέρια της, που χειρίζονται τα παλιά ή σύγχρονα εργαλεία  της δου­λειάς, να τη διαφοροποιούν απ' τα εκατοντάδες αγάλμα­τα που, στην εύτακτη ακινησία των ενδόξων ηρώων, πε­ριμένουν την άφιξη των μεγάλων καλλιτεχνών για να δε­χτούν το τελικό φινίρισμα και την έγκυρη υπογραφή.

 

Ο καλλιτέχνης, μπορεί και να πέρασε νύχτες και νύ­χτες ξάγρυπνος, κάνοντας το ένα σχέδιο μετά το άλλο, ώσπου να τον ικανοποιήσει η ακριβής αναπαράσταση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μπορεί να τον κάνει αγέρω­χο ή πράο, ευλαβή ή χαλασμένο από τις νίκες.

 

Εμένα, όμως, δε μ' ενδιαφέρουν οι ήρωες των νικών.

 

Εμένα, δε μ' ενδιαφέρουν οι μαρμάρινοι ήρωες. Μ' εν­διαφέρουν, όμως, οι καβατόρι, σκαρφαλωμένοι σε εφιαλ­τικά ύψη ή συνθλιμμένοι απ' το συχνά άτιμο βάρος της τέχνης.

 

Τον περασμένο Μάιο ήμουν στην Πιετρασάντα κι έζησα τη συγκίνηση που είχε προκαλέσει ο θάνατος δύο καβατόρι. Τους είχε πλακώσει ένας μαρμάρινος όγκος που ξεκόλλησε απ' το λατομείο χωρίς να τους αφήσει χρόνο να κάνουν το παραμικρό. Η περιοχή της Καράρα θρηνεί κάθε χρόνο το θάνατο έξι με οκτώ καβατόρι. Στην κηδεία, ο μοναδικός καλλιτέχνης που ήταν παρών, είπε πως εκείνοι οι δύο καβατόρι ήταν μάρ­τυρες, πως είχαν δώσει τη ζωή τους για την τέχνη. Όμως, ένας άλλος, ένας μαρμαράς, έφτυσε τη γόπα που κρεμό­ταν απ' τα χείλια του, κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους: «Όχι' πέθαναν γιατί δεν υπήρχαν μέτρα ασφα­λείας. Πέθαναν για ένα μισθό της πείνας».

 

Και τότε κατάλαβα, γι' άλλη μια φορά, πως η αλήθεια των απλών ανθρώπων αξίζει πιο πολύ απ' όλες τις αλή­θειες της τέχνης.

 

Εμένα, μ' ενδιαφέρουν οι μαρμαρογλύπτες τής Πιετρα­σάντα - άντρες και γυναίκες: αυτοί που, αν και ξέρουν πως η ζωή τους θα 'ναι σύντομη, γιατί η μαρμαρόσκονη είναι μια λευκή κατάρα που τους πετρώνει τα πνευμόνια, συνεχίζουν την υπέροχη ανθρώπινη συνήθεια της ομορ­φιάς και της αρμονίας.

 

Αν ήμουν γλύπτης και μου ανέθεταν ένα άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η υπογραφή μου στο βάθρο του θα 'ταν η τελευταία. Πρώτα θ' αναγράφονταν τα ονόμα­τα των καβατόρι που διάλεξαν, έκοψαν και κατέβασαν το μάρμαρο από το βουνό' πιο κάτω, τα ονόματα των μαρ­μαράδων που του 'δωσαν σχήμα, για ν' ακολουθήσουν τα ονόματα αυτών που πάστωσαν το λαρδί, που έφεραν το δεντρολίβανο, που έψησαν το ψωμί, που τρύγησαν τ' αμπέλια για το δροσάτο κρασί της Τοσκάνης.

 

Αναγνώστη, αν ποτέ βρεθείς μπροστά σ' ένα άγαλμα σμιλεμένο σε μάρμαρο της Καράρα, σκέψου τους καβατόρι και τους μαρμαράδες της Πιετρασάντα. Σκέ­ψου τους και χαιρέτησε την ανωνυμία τους.