Σφυρής Παναγιώτης

Αρχές Οικονομικής Θεωρίας
Οικονομολόγος/Εκπαιδευτικός

Πανεπιστημιακά

Προετοιμασία ΑΟΘ

 

 

Media

    Music        Videos          Links

  

Οικονομικά Σταυρόλεξα

 

 

Tag: Υλικό και διαρκές αγαθό.

Τίτλος: Το χάρτινο σπίτι.

Συγγραφέας: Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες.

Εκδόσεις: Πατάκης.


[...] Αν θυμάμαι καλά, εκείνο το πρωινό στην οδό Τριστάν Ναρβάχα ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Λίγο καιρό αργότερα ένας κοινός φίλος μού είπε πως είχε αγοράσει μια έκταση στη Λα Παλόμα, χωρίς φως και τρεχούμενο νερό, κι ότι είχε κατασκευάσει ένα παράπηγμα από αυτά που φτιάχνονται με πασσάλους από ευκάλυπτο και αχυροσκεπή

       

      Ήταν τρομερό ότι ένας άνθρωπος της πόλης ως το μεδούλι αποφάσιζε να ζήσει δίπλα στη θάλασσα. Και δεν το λέω μεταφορικά. Έστησε την παράγκα του πάνω στην ακτογραμμή, ανάμεσα στη λίμνη της Ρότσα και στον ωκεανό. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε την περιοχή. Είναι μια λωρίδα από ερημικές θίνες, εκτεθειμένες στους ανέμους και στις φουσκοθαλασσιές. Εκεί, προς την πλευρά της λίμνης, υπάρχουν μερικές καλύβες για τους ψαράδες της γαρίδας το Φεβρουάριο, όταν ανοίγει το ανάχωμα, και του γουρλομάτη τον υπόλοιπο χρόνο. Το αυτοκίνητο δε φτάνει πάντα ως εκεί. Συχνά η διαδρομή πρέπει να γίνει με κάρο γιατί οι θίνες μετακινούνται και καλύπτουν τον παραλιακό δρόμο. Υπάρχει κι ένας χωματόδρομος πιο πάνω, αλλά ακόμη κι από κει , για να φτάσεις στο σημείο όπου έστησε την παράγκα του, πρέπει να περπατήσεις διακόσια με τετρακόσια μέτρα πάνω στην άμμο. Με άλλα λόγια , πρόκειται για ένα μέρος στη μέση του πουθενά. Αν δεν είσαι και πολύ βέβαιος για το νόημα της ζωής σου και θες να δοκιμαστείς ή να ξεχάσεις ό,τι σε απασχολεί και να γίνεις άλλος άνθρωπος, είναι το ιδανικό μέρος. 

 

 

      Αν προτιμάς να πεθάνεις μόνος και να νιώσεις σαν το σκυλί στο αμπέλι ή να βρεθείς ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό σου, σ' ένα τέτοιο μέρος πρέπει να πας. Χωρίς ημίμετρα. Χωρίς αναισθητικό. Χωρίς αντιπερισπασμούς. Ούτε και παρηγοριές. Ένα μέρος χωρίς σκιά. Άγριο. Με έναν ουρανό που δε θα δεις πουθενά αλλού. Με τις νύχτες ατέλειωτες. Και τις μέρες το ίδιο. Μέχρι του σημείου να πάθεις κατάθλιψη. Ένα μέρος που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ένα μόλις χιλιοστό μεγαλύτερος από το έντομο που ξετρυπώνει από την άμμο. Αγνοώ τι πήγε να κάνει εκεί ο Κάρλος. Αλλά προφανώς δεν ήταν καλά ή, στην καλύτερη περίπτωση, το κάψιμο του αρχείου είχε εξανεμίσει κάθε του ελπίδα για ταξινόμηση της βιβλιοθήκης του.

 

       Δεν είναι και μικρό πράγμα. Ελπίζω να με καταλαβαίνετε. Φανταστείτε για μια στιγμή ότι σε όλη σας τη ζωή καταφέρατε να κρατήσετε αναμνήσεις από την παιδική σας ηλικία: αισθήσεις, μυρωδιές, το φως που φώτιζε τα μαλλιά της μητέρας σας, τις πρώτες σας περιπέτειες στη γειτονιά.[...]

 

     [...] Μια μέρα, στα καλά καθούμενα, χάνετε τη σειρά των αναμνήσεων σας. Τις έχετε ακόμη, μόνο που δεν μπορείτε να τις βρείτε[...] Η προσωπική σας ιστορία έχει τελειώσει. Τα έχω σκεφθεί πολύ στην προσπάθειά μου να καταλάβω αυτό που έκανε ο Κάρλος. Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι τα γεγονότα βρίσκονται εκεί και περιμένουν να τα εντοπίσετε. Κι εσείς δεν ξέρετε πώς. Δεν πρόκειται για τη λησμονιά, που καλύπτει ευλαβικά ό,τι δεν μπορείτε να υποφέρετε. Πρόκειται για μια μνήμη σφραγισμένη, ένα επίμονο κάλεσμα στο οποίο εκείνος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί[...]

 

        Το γεγονός είναι ότι πήρε τα βιβλία στη Ρότσα. Στη λωρίδα της άμμου ανάμεσα στη λίμνη και στη θάλασσα. Ένα κοπιαστικό ταξίδι, αφού τα βιβλία χρειάστηκε να κάνουν πάνω από διακόσια χιλιόμετρα σε πολλά κλειστά φορτηγά. Θα πήγαν σίγουρα από το χωματόδρομο κι ύστερα θα μεταφέρθηκαν με κάρο μέχρι το σημείο όπου ήταν μισοχτισμένη η παράγκα, σχεδόν πάνω στην παραλία.

 

        Και τι νομίζετε ότι έκανε τα βιβλία; Βρήκε έναν ντόπιο οικοδόμο, από αυτούς τους άνεργους χτίστες που είναι σε θέση να δουλέψουν εξίσου καλά το ξύλο και το τσιμέντο, να βάλουν ένα παράθυρο  ή μια αχυροσκεπή και να τη δέσουν με σύρμα, να καρφώσουν καρφιά χοντρά σαν δάκτυλα, να σκάψουν για νερό ή να λαξέψουν την πέτρα, με αποτελέσματα πάντα απρόβλεπτα και αβέβαια. Άνθρωποι που δε ρωτάνε, που κάνουν όπως όπως ό,τι τους πεις προκειμένου να βγάλουν το μεροκάματο, αφού οι ίδιοι δεν πρόκειται να ζήσουν εκεί.

 

        [...] του ζήτησε να στρώσει το δάπεδο με τσιμέντο. Και πάνω στο τσιμέντο[...] του ζήτησε να αρχίσει να χτίζει χρησιμοποιώντας τα βιβλία του αντί για τούβλα.

    

       [...] Κάτω από το συμπονετικό και συνάμα αδιάφορο βλέμμα του χτίστη που ετοίμαζε το χαρμάνι, βάλθηκε να επιλέγει από το βουνό που σχημάτισαν τα βιβλία όταν τα άδειασε το κάρο στη λευκή καθαρή άμμο εκείνα που θα τον προστάτευαν από τον αέρα, τη βροχή και τη βαρυχειμωνιά. Δεν τον ενδιέφεραν πλέον οι φιλίες ή οι έχθρες των συγγραφέων, οι συνάφειες ή οι αντιφάσεις ανάμεσα στον Σπινόζα, στη βοτανική του Αμαζονίου και στην Αινειάδα του Βιργιλίου. Δεν τον ένοιαζε αν οι βιβλιοδεσίες ήταν καλές ή μέτριες, αν είχαν γκραβούρες ή εικόνες, αν επρόκειτο για άκοπα αντίτυπα ή για αρχέτυπα. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το μέγεθος κάθε τόμου, το πάχος και η αντοχή του εξωφύλλου του στο χαρμάνι από ασβέστη, τσιμέντο και άμμο. Ο χτίστης έβαζε δοκιμαστικά τον τόμο μιας εγκυκλοπαίδειας δίπλα σε ένα υποστύλωμα, μετρούσε τους τόμους της και τους ευθυγράμμιζε με το νήμα που χρησιμοποιούσε για οδηγό[...]

 

      [...] Σελίδα προς σελίδα, τόμο στον τόμο, έκδοση στην έκδοση, ο οικοδόμος έχτισε μέσα σε μια εβδομάδα τους τοίχους αυτής της καλύβας πάνω στην άμμο της Ρότσα, που τη χρησιμοποίησε για να σοβατίσει το έργο του Κάρλος Μπράουερ. Το ένα κατεστραμμένο έργο μέσα στο άλλο. Όχι απλώς περίκλειστο. Εκμηδενισμένο από το τσιμέντο.[...] 

 

 

Σημείωση:

Το σπίτι είναι το μόνο διαρκές αγαθό στην κατοχή των νοικοκυριών, το οποίο θεωρείται κεφάλαιο για την οικονομία ως σύνολο.

Κτίζοντας με το μάτι…

Κτίζοντας σελίδα σελίδα, να στεγάσουμε την προσωπική μας ιστορία.